σοκολάτα η [θηλ.] και τσο- η, τσι- η Δ (λέξη μεξικάνικη chocolat>
ισπανική chocolate) ύλη εδώδιμος εν κόνει ή συμπαγής,
παρασκευαζόμενη εξ αναμίξεως κακάο και σακχάρεως ΙΙΙ ποτόν
ή παγωτόν ή γλύκυσμα περιέχον σοκολάταν.
EΛΛΗΝΙΚΑ
Με εισαγωγή
Χωρίς εισαγωγή
ΑΓΓΛΙΚΑ
Intro
Skip intro

Creaeted: 10/4/2003 - Last Updated: 23/6/2006

Οδός Σταδίου ΒΙ.ΠΕ. Καλοχωρίου, 57009, Θεσσαλονίκη, Τηλ.: 2310 753171, Fax: 2310 753272, e mail: info@bon.gr
επισκέπτες: